Η αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού σε συνδυασμό με παράγοντες όπως ο υπερκαταναλωτισμός και οι διάφορες επισιτιστικές κρίσεις που προκύπτουν κατά καιρούς, έχει δημιουργήσει την ανάγκη για την επίτευξη υψηλότερων αποδόσεων από τον γεωργικό τομέα. Με αυτόν τον στόχο, ο συγκεκριμένος τομέας προχώρησε τα τελευταία χρόνια στην ολοένα αυξανόμενη εντατικοποίηση των συστημάτων παραγωγής.

Με τον όρο “εντατικοποίηση” και “εντατική γεωργία” προσδιορίζουμε την μορφή γεωργίας που απαιτεί υψηλότερα επίπεδα εισροών και χαρακτηρίζεται από υψηλή παραγωγή ανά μονάδα γεωργικής γης. Ειδικότερα, αυτός ο τρόπος καλλιέργειας είναι γνωστός για την χρήση μεγάλων ποσοτήτων φυτοπροστατευτικών χημικών και λιπασμάτων που σκοπό έχουν να εξασφαλίσουν την υψηλή παραγωγή. Όμως, στον δρόμο για την επίτευξη αυτού του σκοπού, το κόστος, οικονομικό, περιβαλλοντικό, ακόμα και στην ανθρώπινη υγεία, είναι μεγάλο.

Η εκτεταμένη χρήση των αγροχημικών έχει θέσει σε κίνδυνο τα φυσικά οικοσυστήματα, δημιουργώντας οικολογικές “ανωμαλίες”, όπως για παράδειγμα η ανάπτυξη ανθεκτικότητας στα εντομοκτόνα. Επιπλέον, είναι πλέον σαφές πως τα αγροχημικά αποτελούν κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία είτε άμεσα, κατά την εφαρμογή τους, είτε έμμεσα, μέσα από την κατανάλωση αγροτικών προϊόντων που έχουν εκτεθεί σε τέτοιου είδους ουσίες. Ένας άλλος τρόπος που η εντατικοποίηση της γεωργίας επηρεάζει αρνητικά το περιβάλλον είναι η μόλυνση του εδάφους και του υδροφόρου ορίζοντα με χημικές ουσίες από αγροχημικά και λιπάσματα.

Γίνεται αντιληπτό πως το παραγόμενο προϊόν από αυτή τη μορφή γεωργίας δεν έχει υψηλά ποιοτικά χαρακτηριστικά. Το γεγονός αυτό είναι γνωστό τόσο στην επιστημονική κοινότητα όσο και στους καταναλωτές, οι οποίοι απαιτούν αγροτικά προϊόντα υψηλής ποιότητας που να έχουν παραχθεί με φιλοπεριβαλλοντικές πρακτικές. Ταυτόχρονα, η Ευρωπαϊκή Ένωση σε συνεργασία με τις τοπικές κυβερνήσεις έχουν πάρει ξεκάθαρη θέση για την μείωση της χρήσης των χημικών ουσιών και την εφαρμογή πρακτικών φιλικών προς το περιβάλλον. Οι αρχές αυτές έχουν εκφραστεί στην Κοινή Αγροτική Πολιτική και ιδιαίτερα με την εφαρμογή της “Πράσινης Συμφωνίας” και της στρατηγικής “από το αγρόκτημα στο πιάτο” (farm to fork).

Η καλλιέργεια της ελιάς δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση στην σύγχρονη τάση της εντατικοποίησης της γεωργίας. Πρόκειται για το πιο διαδομένο καλλιεργούμενο είδος φυτού στην περιοχή της Μεσογείου με έντονες κοινωνικοοικονομικές προεκτάσεις. Οι έρευνες έχουν δείξει πως η εφαρμογή υψηλών ποσοτήτων αγροχημικών επηρεάζει αρνητικά τόσο το τελικό προϊόν όσο και το αγροοικοσύστημα. Στην περίπτωση της ελιάς, ο κύριος στόχος κατά την εφαρμογή αγροχημικών σκευασμάτων είναι η καταπολέμηση του κύριου εχθρού της καλλιέργειας, του δάκου (Bactrocera oleae (Rossi)). Ο δάκος είναι ουσιαστικά μία μύγα που προκαλεί ζημιά στην ελαιοπαραγωγή λόγω της δράσης της προνύμφης. Καθώς η προνύμφη αναπτύσσεται, τρέφεται από το μεσοκάρπιο, ανοίγοντας τρύπες στο εσωτερικό του καρπού. Δευτερευόντως, οι οπές και τα σημεία ωοτοκίας καθιστούν τον καρπό ευάλωτο σε βακτήρια και μύκητες. Είναι σαφές ότι ο δάκος συμβάλλει τόσο άμεσα, μέσω της δράσης της προνύμφης της, όσο και έμμεσα, μέσω των θέσεων ωοτοκίας, στην πρόωρη πτώση του καρπού και στην υποβάθμιση της ποιότητας των επιτραπέζιων ελιών. Παράλληλα, προκαλεί αύξηση της οξύτητας του ελαιόλαδου και κατά συνέπεια έχει αρνητική επίδραση στη θρεπτική και εμπορική του αξία. Όπως γίνεται αντιληπτό, οι οικονομικές απώλειες που προκαλεί ο δάκος της ελιάς είναι σημαντικές. Έχει υπολογιστεί ότι κάθε χρόνο χάνεται σχεδόν το 15% της παραγωγής εξαιτίας αυτού του εχθρού.

Στο Εργαστήριο Γεωγραφίας της Υπαίθρου και Συστημάτων Γεωργίας Ακριβείας (PrecFarm) του Τμήματος Γεωγραφίας, του Πανεπιστημίου Αιγαίου επιχειρήσαμε να διερευνήσουμε τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να εφαρμοστούν φιλοπεριβαλλοντικές μέθοδοι διαχείρισης των ελαιώνων και συγκεκριμένα του υποορόφου αυτών, προς όφελος τόσο του αγροοικοσυστήματος, όσο και των παραγωγών και των καταναλωτών. Πιο συγκεκριμένα, στόχος είναι να διερευνηθεί το πως επηρεάζουν οι διάφορες πρακτικές διαχείρισης την βιοποικιλότητα του υποορόφου και στην συνέχεια αν και πως επηρεάζεται ο πληθυσμός του δάκου. Μέρος της έρευνας πραγματοποιείται στο πλαίσιο της AGRICA.

diacheirisi-elaiona-img1

Τα πρώτα ευρήματα της έρευνας που διεξάγεται στο νησί της Λέσβου, έδειξαν να συμφωνούν με την μέχρι τώρα βιβλιογραφία. Ελαιώνες των οποίων ο υποόροφος παρέμεινε αδιατάρακτος, δηλαδή δεν ψεκάστηκε με εντομοκτόνα, δεν οργώθηκε και δεν εκτέθηκε σε πρόβατα ή κατσίκια προς βόσκηση, παρουσίασαν μεγαλύτερη ποικιλότητα και αφθονία φυτών σε σχέση με ελαιώνες των οποίων ο υποόροφος καθαρίστηκε με μηχανικά μέσα. Πολυετή φυτά, όπως λεβάντα (Lavandula stoechas), θυμάρι (Thymus capitatus), ρίγανη (Origanum majorana) και λαδανιά (Cistus creticus και Cistus salviifolius) είχαν μεγαλύτερη αφθονία. Τα συγκεκριμένα φυτά ή συγγενικά είδη αυτών συναντώνται σχεδόν σε όλες τις περιοχές της Μεσογείου.

Βρέθηκε πως η πρακτική του αδιατάρακτου υποορόφου αυτή επηρέασε θετικά και με σημαντικό τρόπο την ποικιλότητα των αρθρόποδων στους συγκεκριμένους ελαιώνες. Σκαθάρια, μυρμήγκια, αράχνες, σφήκες και μέλισσες είχαν μεγαλύτερους πληθυσμούς σε ελαιώνες με πλούσιο υποόροφο. Πιο συγκεκριμένα τα σκαθάρια και οι μέλισσες βρέθηκε πως είχαν και μεγαλύτερο αριθμό ειδών συγκριτικά με τα χωράφια που είχαν καθαρισμένο υποόροφο. Ταυτόχρονα βρέθηκε πως ο πληθυσμός του δάκου ήταν σημαντικά χαμηλότερος στα χωράφια με πλούσια βιοποικιλότητα (Γράφημα 1).

diacheirisi-elaiona-graph-img2

Γράφημα 2 (Α) Violin plot που απεικονίζει τον μέσο πληθυσμό του δάκου στους 2 διαφορετικούς τύπους διαχείρισης του υποορόφου; (Β) Διάγραμμα διασποράς του μέσου πληθυσμού του δάκου και της μέσης αφθονίας των φυτών του υποορόφου

Για να ερμηνεύσουμε αυτά τα πρώτα αποτελέσματα χρειάστηκε να μελετήσουμε την υπάρχουσα βιβλιογραφία και να επαναλάβουμε την έρευνα σε επόμενες χρονιές και ελαιώνες. Με απλά λόγια, η πρακτική του αδιατάρακτου υποορόφου ουσιαστικά αφήνει χώρο και χρόνο στους πολυετείς θάμνους, τα αρωματικά φυτά, να αναπτυχθούν ανενόχλητα και να δημιουργήσουν σημεία φωλιάσματος, καταφυγίου και πηγή τροφής για διάφορα αρθρόποδα. Ταυτόχρονα, με αυτή την πρώτη αύξηση του πληθυσμού των αρθρόποδων, ακολουθούν και αρπακτικά αυτών (ακόμα και πουλιά, ερπετά και θηλαστικά) δημιουργώντας έτσι ένα μικρό βιώσιμο οικοσύστημα εντός μιας πλήρως λειτουργικής και ενεργής αγροτικής εκμετάλλευσης. Ανάμεσα σε αυτά τα αρθρόποδα, εκτός από άλλες σημαντικές ομάδες εντόμων, όπως οι επικονιαστές, βρίσκονται και αρπακτικά ή/και παρασιτοειδή είδη του δάκου. Τέτοια μπορεί να είναι αράχνες, σκαθάρια, σφήκες ή ακόμα και μυρμήγκια. Με αυτόν τον τρόπο, μπορεί να δοθεί μία αρχική εξήγηση για την σημαντική μείωση του πληθυσμού του δάκου στα χωράφια όπου ο υποόροφος παρέμεινε αδιατάρακτος (Γράφημα 2).

Όπως προαναφέρθηκε, η έρευνα συνεχίζεται με σκοπό να βρεθούν συγκεκριμένες απαντήσεις για το πως επηρεάζεται ένα από τα, οικονομικά, πιο σημαντικά έντομα εχθρούς καλλιεργειών, αλλά ταυτόχρονα ίσως δυσανάλογα μελετημένο. Γίνεται όμως σαφές πως απλές πρακτικές, που πλέον εντάσσονται και στα Οικολογικά Σχήματα για τις νέες ενισχύσεις των αγροτών για την εφαρμογή οικολογικών πρακτικών, μπορούν να μετριάσουν προβλήματα που απασχολούν τους παραγωγούς και κοστίζουν οικονομικά για να αντιμετωπισθούν. Είναι μία συνθήκη όπου οι παραγωγοί, αφήνοντας στα περιθώρια των ελαιώνων τους αδιατάρακτους θάμνους, και μη εφαρμόζοντας ζιζανιοκτόνα, μπορούν: (α) να μετριάσουν το πρόβλημα του δάκου; (β) να ενισχύσουν την βιοποικιλότητα; (γ) να ενισχύσουν ποιοτικά το παραγόμενο προϊόν τους, αφού θα είναι ελεύθερο χημικών και (δ) να επωφεληθούν οικονομικά λόγω όλων των προηγούμενων. Όλα αυτά μπορούν να εφαρμοστούν αρκεί ο κάθε ένας από την πλευρά του να κάνει προσπάθεια και συμβιβασμούς με σκοπό την εξυγίανση ενός από τα πιο επιβαρυμένα αγροοικοσυστήματα, όπως είναι οι ελαιώνες.